ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Ο «κομμουνισμός» ως πρακτική



Tο κεφάλαιο δεν μπορεί να καταργηθεί για τον κομμουνισμό, αλλά μόνο από τον κομμουνισμό, ή πιο συγκεκριμένα, από την παραγωγή του. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι μεταβατική περίοδος, αλλά μάλλον, η ίδια η επανάσταση είναι η παραγωγή του κομμουνισμού.
(SIC)

Όμως η κεφαλαιακή σχέση δεν είναι μόνον ένα σύνολο κοινωνικών και ταξικών σχέσεων. Η κυριαρχία του κεφάλαιου και η αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης εξασφαλίζεται πρώτιστα από ένα μηχανισμό: το κράτος. Η παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά σε αυτό το σημείο έφαγε τα μούτρα της. Παρ' όλο που πρόβαλε το αίτημα για την κατάργηση του κράτους και σημείωσε νικηφόρες επαναστάσεις τον προηγούμενο αιώνα, στο “μεταβατικό στάδιο” το κράτος όχι μόνον δεν “καταργήθηκε”, αλλά ισχυροποιήθηκε και έγινε το μέσο μιας ομαλής επιστροφής στην “κανονικότητα” της κεφαλαιακής σχέσης. Κατά την “μετάβαση” από την ΕΣΣΔ της Οκτωβριανής επανάστασης στην σημερινή Ρωσία το κράτος ως συμπύκνωση των ταξικών σχέσεων έμεινε ανέπαφο. Απλά “εκσυγχρονίστηκε”, όπως εξάλλου συνέβη και στην Κίνα....

Το κείμενο που παραθέτουμε παρακάτω δεν τοποθετείται στο ζήτημα της “λαϊκής εξουσίας” ως μια άλλη μορφή κυριαρχίας που καταργεί τον βασικό μηχανισμό της αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης:το κράτος. Η αξία του όμως έγκειται αλλού. Επιχειρεί να επαναφέρει τον «κομμουνισμό» όχι ως ένα “όραμα” μιας άλλης κοινωνίας αλλά ως πρακτική των κοινωνικών αγώνων που αφορά στο “εδώ και τώρα”. Από αυτή την άποψη παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι οριοθετήσεις που θέτει σε σχέση με την παραδοσιακή αριστερά, εκείνη που συγκροτείται με βάση την διάκριση ανάμεσα στην “κομμουνιστική ιδέα”(στρατηγική) και τα “μεταβατικά προγράμματα”(τακτική), επαναφέροντας το αίτημα του κομμουνισμού με ένα σαφώς διακριτό τρόπο. Ίσως θα πρέπει να αρχίσουμε να αναζητούμε μια άλλη αντίληψη για την πολιτική, μια πολιτική - όπως την περιγράφει ο Αlen Badiou - η οποία “να παραμένει σε απόσταση από το Κράτος, που δεν έχει ούτε την εξουσία ως διακύβευμα ούτε τον κοινοβουλευτισμό ως πλαίσιο, έπειτα αυτή η πολιτική να προτείνει μορφές οργάνωσης απομακρυσμένες σε μεγάλο βαθμό από το μοντέλο του κόμματος που κυριάρχησε σε όλο τον 20ο αιώνα “.

Αναδημοσίευση από το "COMMUNISATION

Παραθέτουμε παρακάτω την μετάφρασή μας του άρθρου «Communist Measures: Τhinking a Communist Horizon» του Leon de Mattis από το δεύτερο τεύχος του περιοδικού SIC που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2014.

Η κομμουνιστικοποίηση δεν αποτελεί προφητεία. Δεν συνιστά διακήρυξη του τάδε ή του δείνα μέλλοντος. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι τίποτα άλλο από μια συγκεκριμένη οπτική για τους ταξικούς αγώνες που λαμβάνουν χώρα εδώ και τώρα. Έργο της είναι να αντιληφθεί, ξεκινώντας από αυτούς αγώνες αλλά πηγαίνοντας πέρα από τα όρια και τις αντιφάσεις τους, τι θα μπορούσε να είναι σήμερα η κομμουνιστική επανάσταση.

Σκεπτόμενοι έναν κομμουνιστικό ορίζοντα χρειάζεται να ξεκινήσουμε από την ταξική σχέση όπως είναι, δηλαδή, όπως έχει μετασχηματιστεί από την περίοδο της αναδιάρθρωσης· και να κατανοήσουμε γιατί εκείνο που στο παρελθόν υπήρξε ο φορέας ενός κομμουνιστικού οράματος δεν μπορεί να παίξει σήμερα τον ίδιο ρόλο, σε κάθε περίπτωση, με τον ίδιο τρόπο[1].

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, το προλεταριάτο θεωρείτο η κυριαρχούμενη τάξη η οποία, για να φέρει τον κομμουνισμό, έπρεπε μόνο να γίνει κυρίαρχη. Φυσικά, αυτό γινόταν αντιληπτό με πολλούς τρόπους, κι οι διάφορες αντιλήψεις ήταν συχνά ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Υπήρχαν επίσης προσεγγίσεις που ήθελαν να διαχωριστούν από αυτήν την κυρίαρχη αντίληψη, ενώ ομοίως έπρεπε να τοποθετηθούν σε σχέση με αυτή[2]. Και τελικά, αυτός ο τρόπος αντίληψης των πραγμάτων δεν μπορούσε να ξεπεραστεί, όχι επειδή οι ιδέες της εποχής υπήρξαν καθολικά λανθασμένες αλλά απλώς επειδή η πραγματικότητα της εποχής -η επιβεβαίωση του προλεταριάτου το οποίο ήταν κοινωνικά όλο και περισσότερο ισχυρό- ήταν προφανής σε όλους.

Όλες οι διαμάχες που αντέταξαν την επανάσταση στη μεταρρύθμιση, την αμεσότητα του κομμουνισμού στη μεταβατική περίοδο (η οποία μπορούσε να προηγηθεί ή να ακολουθήσει τη νίκη του προλεταριάτου) ανήκουν σε αυτό το κοινό παράδειγμα. Αλλά είναι ακριβώς αυτό το οποίο τίθεται υπό αμφισβήτηση, δυναμικά, την τρέχουσα περίοδο[3].

Η εξαφάνιση της ισχυρής επιβεβαίωσης της τάξης κι η αποσάθρωση του εργατικού κινήματος αποτελούν το σύμπτωμα ενός σημαντικού σημείου καμπής στην ταξική πάλη. Το ταξικό ανήκειν δεν φαίνεται πλέον να αποτελεί τη βάση μιας κοινής ταυτότητας ή μιας πιθανής ισχύος, αλλά μάλλον φαίνεται, αντιθέτως, να συνιστά ένα στοιχείο ξένο στη ζωή όλων: η εχθρική ενσάρκωση της κυρίαρχης δύναμης του κεφαλαίου[4].

Συγκεκριμένες θεωρίες έχουν συμπεράνει ότι η έννοια της ταξικής πάλης δεν συμβάλλει στην κατανόηση των σημερινών εξεγέρσεων. Η ανθεκτικότητα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και όλων των καθορισμών τους (αξία, για αρχή) αποτελεί ωστόσο την ένδειξη ότι οι τάξεις σίγουρα δεν έχουν εξαφανιστεί. Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης, επομένως, δεν εγκαταλείπει τη θεωρία των τάξεων, αλλά την αναστοχάζεται στην εποχή της κατάρρευσης του εργατικού κινήματος. Προς χάριν επισκόπησης, μπορεί να ειπωθεί ότι η κομμουνιστικοποίηση προωθεί τρεις βασικές ιδέες: πρώτον, την αμεσότητα του κομμουνισμού (δηλαδή, την ολοκληρωτική απουσία οποιασδήποτε μεταβατικής περιόδου)· δεύτερον, τον κομμουνισμό ως μέσο και στόχο του αγώνα· και τέλος, την καταστροφή της ταξικής σχέσης οπότε και του προλεταριάτου από το ίδιο το προλεταριάτο. Είναι σε αυτό το τελευταίο σημείο που πρέπει δωθεί έμφαση έτσι ώστε να γίνει κατανοητό πώς η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης συνδέει ένα στοιχείο των σύγχρονων ταξικών αγώνων (το τέλος της επιβεβαίωσης του προλεταριάτου και την παρακμή της εργατικής ταυτότητας) με μια αντίληψη της επανάστασης (την καταστροφή της ταξικής σχέσης από το προλεταριάτο). Αυτό το όραμα, το οποίο είναι λίγο παράδοξο, αποδεικνύεται εντούτοις εξαιρετικά καρποφόρο αν κανείς θέλει να αναζητήσει εντός των σύγχρονων αγώνων εκείνο που, ξεκινώντας από σήμερα, θα μπορούσε να αποτελεί τον προάγγελο της καταστροφής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Η επανάσταση είναι η καταστροφή της ταξικής σχέσης, η οποία επίσης συνιστά άμεσα και την καταστροφή του προλεταριάτου – που σημαίνει ότι η επανάσταση είναι η δραστηριότητα του προλεταριάτου στην πορεία της αυτοκατάργησής του. Και μπορούμε ήδη να παρατηρήσουμε, στους σημερινούς ταξικούς αγώνες, καταστάσεις στις οποίες ένα προλεταριάτο που πασχίζει να υπερασπιστεί τη συνθήκη του να οδηγείται παραδόξως στο να της επιτεθεί. Με αυτό τον τρόπο, η ταξική πάλη εμφανίζεται στη θεμελιώδη αμφισημία της, ως αντανάκλαση τίποτε άλλου πέρα από μια αντίφαση εσωτερική στις ίδιες τις καπιταλιστικές κοινωνικές μορφές: η ταξική πάλη μπορεί εξίσου καλά να είναι τόσο η ανακεφαλαίωση των ταξικών σχέσεων όσο κι η καταστροφή τους. Οπότε, είναι μέσω της σύνδεσης αυτών των δύο ιδεών (ότι υπάρχουν πτυχές της τρέχουσας ταξικής πάλης που οδηγούν τους εργάτες να επιτεθούν στην ίδια τη συνθήκη τους· και το όραμα της επανάστασης ως μια προλεταριακή δράση που περιέχει την προλεταριακή αυτοκαταστροφή) που η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης προτείνει να σκεφτόμαστε τον κομμουνισμό.

Ο ρόλος της θεωρίας δεν είναι να αποκαλύψει στους αγώνες τι πραγματικά «είναι» στο βάθος της καρδιάς τους[5]. Το ζήτημα δεν είναι να κινούμαστε προσπαθώντας να «εγείρουμε τη συνείδηση». Η σκέψη της επανάστασης και του κομμουνισμού δεν αποτελεί μια μαγική φόρμουλα που θα μετασχηματίσει τους σημερινούς αγώνες σε κάτι που δεν είναι. Έργο της είναι να διαχειριστεί, να συνδέσει θεωρητικά, τους τρέχοντες αγώνες με τη δυνατή παραγωγή του κομμουνισμού, ενόσω κατανοεί ότι αυτό είναι κάτι που διακυβεύεται εντός των αγώνων κι όχι ζήτημα μόνο του μέλλοντος. Χωρίς τη σκέψη της επανάστασης, ο ορίζοντας των αγώνων είναι αναγκαία αυτός του κεφαλαίου. Στην πορεία ενός αμφίσημου ταξικού αγώνα, ο οποίος ταυτόχρονα ανανεώνει όσο και αμφισβητεί την ταξική σχέση, η απουσία επαναστατικού ορίζοντα εμφανώς συνεισφέρει στο πρώτο, την ανανέωση της ταξικής σχέσης. Αυτό ανακλάται, κατά τον αγώνα, στην ανθεκτικότητα των μεσολαβήσεων που εκφράζουν αυτή την ανανέωση (μεταξύ άλλων, συνδικαλιστικές ιεραρχίες, εκπρόσωποι τύπου και διαπραγματεύσεις) ή, όταν αυτές οι μεσολαβήσεις έχουν υποχωρήσει μπροστά στη σφοδρότητα του αγώνα, στην αποφασιστική τους εκ νέου ανάδυση τη στιγμή της επιστροφής στην κανονικότητα.

Η επεξεργασία μιας θεωρίας της επανάστασης και του κομμουνισμού συνιστά επομένως μια δραστηριότητα που διεξάγεται στη βάση των αγώνων και για χάρη αυτών των αγώνων. Η επιτυχία μιας τέτοιας δραστηριότητας προφανώς δεν είναι εγγυημένη σε οποιοδήποτε βαθμό. Η γενίκευση μιας σύγχρονης θεωρίας της επανάστασης -δηλαδή, η ύπαρξή της πέρα από έναν περιορισμένο κύκλο θεωρητικών και στρατευμένων- δεν θα λάβει χώρα εκτός κι αν αντιστοιχεί σε αυτό που, εντός των αγώνων, ίσως εκφράζει την κατάρρευση της ταξικής σχέσης. Στον βαθμό που αυτή η θεωρία περιλαμβάνει το να παίρνεις θέση στα ζητήματα που τίθενται, αποτελεί αναγκαστικά ένα στοίχημα. Ένα ορθολογικό στοίχημα, καθώς περιλαμβάνει την παραγωγή μιας συγκεκριμένης κατανόησης των αγώνων από τους ίδιους τους αγώνες. αλλά, μολαταύτα, ένα στοίχημα.

Ο κομμουνισμός ως διαδικασία, όχι ως εναλλακτικός κόσμος

Ο κομμουνισμός δεν αποτελεί περισσότερο προφητεία από ότι η κομμουνιστικοποίηση. Η δυνατότητα να μιλάμε για τον κομμουνισμό διακυβεύεται εντός των σύγχρονων αγώνων. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να αναζητάμε τι, εντός τους, μπορεί να αποτελεί τον προάγγελο του κομμουνισμού – αντί να ονειρευόμαστε μια κατάσταση στο μακροπρόθεσμο μέλλον, στην οποία η ανθρωπότητα ίσως κάποτε να σταθεί ικανή να φτάσει. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά: εκείνο που είναι αναγκαίο για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού ορίζοντα είναι πάνω απ’ όλα η ανακάλυψη των τρόπων με τους οποίους ο κομμουνισμός μπορεί ενδεχομένως να αναδυθεί από την παρούσα κατάσταση – αντί της περιγραφής του τι ενδεχομένως να είναι ο κομμουνισμός ως επιλυμένη μορφή οργάνωσης[6].

Αλλά το να μιλάμε για κομμουνισμό στο παρόν δεν πρέπει να μας οδηγεί σε ένα λάθος που έχει μια ορισμένη αποδοχή σήμερα, να θεωρούμε τους εαυτούς μας ικανούς να ανακαλύπτουμε, εδώ κι εκεί στα διάκενα της κοινωνίας του κεφαλαίου, έναν κομμουνισμό υπό κύηση ή ακόμη και ήδη εν μέρει πραγματωμένο. Ο κομμουνισμός δεν μπορείς να υπάρξει από μόνος του στον παρόντα κόσμο, ούτε ως υπαρξιακή ή πολιτική επιλογή ούτε ως τρόπος ζωής[7].

Οπότε, πρέπει κανείς να σκέφτεται τον κομμουνισμό σε ενεστώτα χρόνο, αλλά όχι ως παρούσα τάξη πραγμάτων. Αυτό είναι που η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης μας επιτρέπει να κάνουμε. Στην κομμουνιστικοποίηση, η παραγωγή του κομμουνισμού κι ο ίδιος ο κομμουνισμός πάνε μαζί. Η κομμουνιστικοποίηση είναι ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο με τον κομμουνισμό, δηλαδή για την κομμουνιστικοποίηση ο κομμουνισμός εμφανίζεται ταυτοχρόνως τόσο ως το μέσο όσο και ως ο στόχος. Γι’ αυτό το όραμα της παραγωγής του κομμουνισμού αποτελεί ταυτόχρονα για την κομμουνιστικοποίηση και όραμα του ίδιου του κομμουνισμού, αλλά ενός κομμουνισμού αντιληπτού μέσω του πρίσματος της παραγωγής του. Δεν μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα «τι είναι ο κομμουνισμός;», περιγράφοντας την υποτιθέμενη ολοκληρωμένη μορφή του, αλλά μόνο υπονοώντας τις μορφές με τις οποίες μπορεί να παραχθεί.

Έχοντας πει αυτά, η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης πράγματι αντιμετωπίζει ορισμένες δυσκολίες. Από τη στιγμή που ο κομμουνισμός είναι το μέσο της κομμουνιστικοποίησης, είναι αναγκαίο να έρχεται στο προσκήνιο κατά κάποιο τρόπο από την αρχή της διαδικασίας· αλλά την ίδια στιγμή, ισχυριζόμαστε ότι η κομμουνιστικοποίηση αποτελεί μια διαδικασία, εντός της οποίας ο κομμουνισμός παράγεται στην πορεία μιας περιόδου που ξεδιπλώνεται στον χρόνο και που παίρνει χρόνο.

Αυτό το ζήτημα επιλύθηκε στην παραδοσιακή Μαρξιστική αντίληψη με την έννοια της «μεταβατικής περιόδου». Η κοινωνική μορφή η οποία επρόκειτο να παραχθεί στην πορεία της επανάστασης, κι ως το τελικό της αποτέλεσμα, δεν θα ήταν άμεσα ο κομμουνισμός αλλά ένα ενδιάμεσο στάδιο, ο σοσιαλισμός. Η κομμουνιστικοποίηση απομακρύνεται από την έννοια της μεταβατικής περιόδου επειδή ο κομμουνισμός αποτελεί μέσο του ίδιου του αγώνα. Οπότε για την κομμουνιστικοποίηση, ο κομμουνισμός είναι απαραιτήτως άμεσος, ακόμη κι αν παραμένει μόνο μερικός.

Η κομμουνιστικοποίηση παίρνει επομένως ορισμένες φαινομενικά παράδοξες μορφές: ταυτοχρόνως άμεση και χρονικά εκτεταμένη, ταυτοχρόνως ολική και μερική, κλπ. Για να μπορούμε να σκεφτόμαστε τον κομμουνισμό, είναι αναγκαίο να βρούμε μια απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.

Η έννοια του κομμουνιστικού μέτρου

Είναι σε αυτό το σημείο που η έννοια του «κομμουνιστικού μέτρου» -μια στοιχειώδης μορφή της παραγωγής του κομμουνισμού- έρχεται στο προσκήνιο.

Η παραγωγή του κομμουνισμού δεν είναι τίποτα πέρα από τον πολλαπλασιασμό και τη γενίκευση των κομμουνιστικών μέτρων που λαμβάνονται στο τάδε ή δείνα σημείο κατά την πορεία της αντιπαράθεσης με το κεφάλαιο· μέτρα, των οποίων στόχος είναι ακριβώς να δημιουργήσουν από την επιτέλεση του κομμουνισμού ένα μέσο αγώνα.

Ο κομμουνισμός ίσως να μην είναι άμεσος, αλλά εντός του κομμουνιστικού μέτρου εμφανίζεται ως τέτοιος. Εντός του κομμουνιστικού μέτρου δεν υπάρχουν στάδια. Εκεί, ο κομμουνισμός βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη – ακόμη κι αν δεν μπορεί να εννοηθεί ως ολικά πραγματωμένος. Τα κομμουνιστικά μέτρα προκαλούν την εξαφάνιση του χάσματος μεταξύ της αμεσότητας του κομμουνισμού και του χρόνου που απαιτείται για την πραγματοποίησή του χωρίς την ίδια στιγμή να καταργούν την αναγκαιότητα αυτού του χρόνου. Κι αυτή η αντίληψη μας επιτρέπει να αποφύγουμε τον στοχασμό πάνω στην ίδια την κομμουνιστικοποίηση ως ενδιάμεση περίοδος μεταξύ του παρόντος κι ενός κομμουνιστικού μέλλοντος.

Ο όρος «μέτρο» δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα[8]. Ένα κομμουνιστικό μέτρο δεν συνιστά συνταγή γιατρού, νόμο ή διαταγή. Δεν εγκαθιστά κανένα κανόνα στον οποίο όλοι θα πρέπει να υποταχθούν. Δεν ορίζει μια γενική κι απρόσωπη νόρμα. Το κομμουνιστικό μέτρο, εξ ορισμού, συνεπάγεται από την πρώτη στιγμή εκείνους που το πραγματοποιούν. Και δεν αποτελεί ούτε διακήρυξη προθέσεων ή σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό. Το κομμουνιστικό μέτρο συνιστά πράξη. Το να καυλώνεις με τον ήχο της ίδιας σου της φωνής που διακηρύσσει την κατάργηση της αξίας, της κοινωνικής τάξης ή του καπιταλισμού δεν αποτελεί κομμουνιστικό μέτρο. Το να μοιράζεσαι τους πόρους που κατέλαβες από τον εχθρό ή η από κοινού παραγωγή εκείνων που χρειάζεται ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο – αυτά μπορούν να είναι κομμουνιστικά μέτρα.

Ένα κομμουνιστικό μέτρο είναι συλλογικό μέτρο, που επιχειρείται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση με τους τρόπους και τα μέσα τα οποία το κομμουνιστικό μέτρο επιλέγει για τον εαυτό του. Οι μορφές συλλογικής λήψης αποφάσεων που οδηγούν σε κομμουνιστικά μέτρα ποικίλουν ανάλογα με τα μέτρα: μερικά συνεπάγονται έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων, άλλα πολύ λιγότερους· μερικά υποθέτουν την ύπαρξη μέσων συντονισμού, άλλα όχι· μερικά είναι αποτέλεσμα μακροσκελών συλλογικών συζητήσεων, κάθε είδους (γενικές συνελεύσεις, διάφορες μορφές συλλογικοτήτων, συζητήσεις σε περισσότερο ή λιγότερο διάχυτες ομάδες) ενώ άλλα ίσως να είναι πιο αυθόρμητα… Εκείνο που εγγυάται ότι το κομμουνιστικό μέτρο δεν είναι αυταρχικό ή ιεραρχικό είναι το περιεχόμενό του, κι όχι ο τυπικός χαρακτήρας της απόφασης από την οποία προήλθε.

Τα κομμουνιστικά μέτρα αποτελούν παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η παραγωγή του κομμουνισμού. Δεν πρόκειται για άμεση δημοκρατία ή αυτοοργάνωση[9].

Ένα τέτοιο μέτρο δεν έχει απαραίτητα δημιουργούς ή, εν πάσει περιπτώσει, αναγνωρίσιμους δημιουργούς: τα κομμουνιστικά μέτρα που γενικεύονται μπορούν πολύ άνετα να έχουν αναληφθεί ταυτόχρονα, εδώ κι εκεί, καθώς αποτελούν, με αρκετά απλό τρόπο, πιθανές λύσεις σε ένα πρόβλημα το οποίο τίθεται παντού, που σημαίνει, γενικώς. Έτσι, η καταγωγή τους γίνεται γρήγορα αδύνατον να εντοπιστεί. Κάθε σώμα το οποίο αναθέτει στον εαυτό του την εξουσία να ορίζει κομμουνιστικά μέτρα για άλλους, με αυτή την ίδια την πράξη αναιρεί ακαριαία τη δυνατότητά του να αναλάβει κομμουνιστικά μέτρα.

Ένα κομμουνιστικό μέτρο δεν είναι, εντελώς από μόνο του, κομμουνισμός. Ο κομμουνισμός δεν κατορθώνεται από ένα μεμονωμένο μέτρο ούτε, πράγματι, από μια μεμονωμένη σειρά μέτρων. Αλλά και τότε, ο κομμουνισμός δεν είναι τίποτα πέρα από το αποτέλεσμα ενός τεράστιου αριθμού κομμουνιστικών μέτρων -η εμφάνιση των οποίων χαρακτηρίζει την περίοδο της κομμουνιστικοποίησης- τα οποία συμπλέκονται μεταξύ τους και τελικά επιτυγχάνουν να προσδώσουν στη συνολική οργάνωση του κόσμου μια τελείως διαφορετική ποιότητα. Δεν υπάρχει αναγκαστικά κάποιου είδους συνέχεια· είναι απολύτως λογικό να αναμένεται τόσο προόδος όσο και άτακτη οπισθοδρομήση πριν φτάσουμε σε ένα κρίσιμο σημείο όπου η ρήξη έχει γίνει τόσο βαθιά ώστε η ταξική κοινωνία δεν κατέχει πλέον τα μέσα να συνεχίσει τη λειτουργία της. Ο κομμουνισμός κι η ταξική κοινωνία είναι αμοιβαίως αποκλειόμενοι. Πριν το κρίσιμο σημείο, τα κομμουνιστικά μέτρα είναι από τη φύση τους εφήμερα: υφίστανται μόνο εντός του χώρου αγώνα, και σβήνουν αν δεν γενικευτούν[10]. Είναι απλώς στιγμές που το ξεπέρασμα είναι δυνατό αλλά όχι ακόμη διασφαλισμένο. Η παραγωγή του κομμουνισμού δεν αποτελεί απαραιτήτως μια ιστορία που θα ειπωθεί μονομιάς. Μπορεί κανείς να φανταστεί πολύ εύκολα ότι κάποια μέρα μια κομμουνιστικοποιητική δυναμική θα απελευθερωθεί, ανασυνθέτοντας βιαίως τα κομμουνιστικά μέτρα που ελήφθησαν στην πορεία συγκεκριμένων ριζοσπαστικών και εκτεταμένων αγώνων, κι ότι μολαταύτα θα ηττηθεί. Και ότι θα αναγεννηθεί, αργότερα και κάπου άλλου, και θα καταλήξει στην καταστροφή της ταξικής κοινωνίας.

Γενίκευση δεν σημαίνει ομοιομορφία. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να επεκταθεί ένα κομμουνιστικό μέτρο. Μπορεί φυσικά να αποτελεί ζήτημα επιστράτευσης της μιας ή της άλλης υπάρχουσας κομμουνιστικής πρωτοβουλίας (αφιερωμένης στην από κοινού παραγωγή ή τον συντονισμό…) όπως μπορεί να είναι και ζήτημα υιοθέτησης, μερικές φορές με μια προσαρμοσμένη μορφή, μέτρων που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή αλλού. Εξίσου, το κομμουνιστικό μέτρο μπορεί εύκολα να εγκατασταθεί εντός πρακτικών, εμπειριών και μορφών αλληλεγγύης οι οποίες προϋπάρχουν – ενώ συνιστά την ίδια στιγμή δημιουργική ρήξη με αυτές τις κληρονομιές λόγω της δυνητικότητας, της οποίας την ανάδυση μπορεί να προκαλέσει η γενίκευση της παραγωγής του κομμουνισμού[11].

Είναι σημαντικό να κατανοηθεί η διαδικασία με την οποία ένα κομμουνιστικό μέτρο γενικεύεται. Αν το κομμουνιστικό μέτρο γενικεύεται, αυτό συμβαίνει επειδή σε μια δεδομένη κατάσταση ανταποκρίνεται σε αυτό που απαιτεί η κατάσταση, αποτελεί έτσι μια από τις μορφές (πιθανώς όχι τη μόνη δυνατή) που αποκρίνονται στις αναγκαιότητες που επιβάλλονται από την κατάσταση (έντονος αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο). Η στιγμή της κομμουνιστικοποίησης είναι μια κατάσταση χαοτικής αντιπαράθεσης, κατά τη διάρκεια της οποίας οι προλετάριοι αναλαμβάνουν έναν αμέτρητο αριθμό πρωτοβουλιών ώστε να είναι ικανοί να διεξάγουν των αγώνα τους. Αν μερικές από αυτές τις πρωτοβουλίες επεκτείνονται, είναι επειδή ανταποκρίνονται σε μια ανάγκη που ξεπερνά τις διάφορες ιδιαίτερες διαμορφώσεις της σε εξέλιξη αντιπαράθεσης. Η επιλογή μεταξύ των μέτρων που γενικεύονται και των υπολοιπών λαμβάνει χώρα υπό το βάρος μιας κοινωνικής σχέσης που βρίσκεται σε τροχιά κατάρρευσης κάτω από τα χτυπήματα των ίδιων των αντιφάσεών της. Κι είναι μόνο σε αυτό το επίπεδο, το επίπεδο της γενίκευσης, που μπορεί κανείς να μιλάει για μέτρα «επιβεβλημένα από τις ίδιες τις ανάγκες του αγώνα»[12], ή πράγματι για την επανάσταση ως «άμεση αναγκαιότητα σε μια δεδομένη κατάσταση» που επιχειρείται από προλετάριους «οι οποίοι περιορίζονται από τις υλικές τους συνθήκες»[13]. Είναι υπό αυτή την άποψη που η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης δεν είναι ντετερμινιστική και μας επιτρέπει να καταλάβουμε την παραγωγή του κομμουνισμό ως δραστηριότητα[14].

Κομμουνιστικά μέτρα και παραγωγή του κομμουνισμού

Τα κομμουνιστικά μέτρα αποτελούν τη θετική πτυχή ενός κομμουνισμού τον οποίο θεωρητικά είμαστε ικανοί να εννοήσουμε μόνο αρνητικά. Ο κομμουνισμός είναι ο αφανισμός όλων των σύγχρονων υπαρκτών μορφών κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Ο κομμουνισμός ορίζεται ως μια σειρά από καταργήσεις: κατάργηση της αξίας, των τάξεων, της έμφυλης και φυλετικής κυριαρχίας, κλπ. Ειπωμένο αλλιώς, αν αληθεύει ότι οι προσπάθειές μας να περιγράψουμε τον κομμουνισμό περιορίζονται σε αδύναμους ορισμούς (γνωρίζουμε τι καταργεί ο κομμουνισμός, αλλά δεν γνωρίζουμε συγκεκριμένα με τι θα μοιάζει) έχουμε ωστόσο ένα θετικό όραμα της παραγωγής του: τα κομμουνιστικά μέτρα.

Ο κομμουνιστικός χαρακτήρας ενός μέτρου προέρχεται από την ικανότητά του να ενισχύει την πάλη ενάντια στο κεφάλαιο ενώ ταυτοχρόνως αποτελεί έκφραση της άρνησής του. Αποτελεί, επομένως, έναν συγκεκριμένο και συμπαγή τρόπο να τεθεί σε κίνηση το ξεπέρασμα της ανταλλαγής, του χρήματος, της αξίας, του Κράτους, της ιεραρχίας, της φυλής, της τάξης και των έμφυλων διακρίσεων– και πάει λέγοντας. Αυτή η λίστα δεν συντάσσεται με μια συγκεκριμένη σειρά προτεραιότητας λόγω της μοναδικής ικανότητας ενός κομμουνιστικού μέτρου να επιτίθεται σε ό,τι συγκροτεί τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Γνωρίζουμε ότι ο κομμουνισμός είναι το ξεπέρασμα της ανταλλαγής, της αξίας και του χρήματος· αλλά δεν ξέρουμε πως θα μπορούσε να λειτουργήσει ένας κόσμος χωρίς ανταλλαγή, αξία ή χρήμα. Γνωρίζουμε ότι ο κομμουνισμός είναι η κατάργηση των τάξεων, αλλά δεν ξέρουμε πως θα μπορούσε να λειτουργήσει μια αταξική καθολικότητα. Ένα κομμουνιστικό μέτρο δεν απαντά τέτοια ερωτήματα με έναν πρωταρχικό ή σφαιρικό τρόπο, αλλά αντίθετα προσπαθεί να ανταποκριθεί σε αυτά εκεί που αναπτύσσονται, και στο πλαίσιο της αναγκαιότητας του αγώνα.

Χάρις στο κομμουνιστικό μέτρο, κατανοούμε ότι ο κομμουνισμός δεν είναι κάτι τόσο ξένο σε εμάς. Ο κομμουνισμός βασίζεται, σε πολύ σημαντικό βαθμό, σε πολύ απλά πράγματα πολλά εκ των οποίων είναι ήδη ικανά να υπάρξουν: για παράδειγμα, το να μοιράζεσαι, η συνεργασία, η απουσία κοινωνικά κατανεμημένων ρόλων και λειτουργιών και οι αδιαμεσολάβητες και άμεσες κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, κάτι που υπάρχει σε δευτερεύουσα βάση δεν έχει την ίδια σημασία, μιλώντας ποιοτικά, με εκείνο που υπάρχει στη γενικότητά του (σκέφτεται κανείς για παράδειγμα την αξία, και τον τρόπο με τον οποίο η φύση της άλλαξε από την ανάδυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής). Γι’ αυτό η έννοια της γενίκευσης είναι ουσιαστική. Κανένα περιεχόμενο δεν είναι κομμουνιστικό από μόνο του (ακόμη κι άν, από την άλλη, μερικά μπορούν σίγουρα να είναι αντικομμουνιστικά από μόνα τους). Ακριβώς το ίδιο μέτρο μπορεί να είναι ή να μην είναι κομμουνιστικό, αναλόγως με το πλαίσιο: δεν είναι κομμουνιστικό αν παραμένει απομονωμένο, αλλά γίνεται κομμουνιστικό αν γενικευτεί. Γι’ αυτό τον λόγο είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε ότι ένα απομονωμένο κομμουνιστικό μέτρο δεν είναι κομμουνιστικό μέτρο, ακόμη κι αν αληθεύει ότι κανένα κομμουνιστικό μέτρο δεν μπορεί να σπάσει από μόνο του την απομόνωση· αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο με την επιτέλεση άλλων κομμουνιστικών μέτρων από άλλες συλλογικότητες.

Η γενίκευση δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι ο μόνος εγγυητής του κομμουνιστικού χαρακτήρα ενός μέτρου. Ένα μέτρο το οποίο δεν γενικεύεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ή που γενικεύεται με κάποιον τρόπο ο οποίος δεν συντονίζεται με άλλα σε εξέλιξη μέτρα, δεν μπορεί να είναι κομμουνιστικό. Αλλά την ίδια στιγμή είναι φυσικά εντελώς δυνατό να γενικευτούν μέτρα, τα οποία δεν είναι καθόλου κομμουνιστικά. Πρέπει κανείς προφανώς να εξαιρέσει, εδώ, όλα όσα αποτελούν πρωτοβουλία του καπιταλιστικού εχθρού, με τη μορφή νόμων, οδηγιών, διαταγών ή καταναγκαστικού κρατικού έλεγχου. Αλλά από την πλευρά της ίδιας της επανάστασης οι διάφορες αντιφάσεις που προέρχονται από τον πολυσύνθετο κατακερματισμό του προλεταριάτου (η ενότητα που δημιουργείται στον αγώνα είναι πάντα προβληματική και ποτέ δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη) και από το συχνά μπερδεμένο και αντιφατικό περιβάλλον του κάθε συγκεκριμένου αγώνα, μπορούν να παράξουν αντεπαναστατικές δυναμικές οι οποίες έχουν, μολαταύτα, τη μορφή της επανάστασης, δηλαδή, τη μορφή των μέτρων που γενικεύονται[15]. Ας επαναλάβουμε: κανένα κομμουνιστικό μέτρο δεν είναι κομμουνιστικό από μόνο του, κι ο κομμουνιστικός χαρακτήρας ενός μέτρου προέρχεται αποκλειστικά από τη συνολική του σχέση με τον αγώνα του οποίου αποτελεί μέρος. Μερικά μέτρα διατηρούν επί μακρόν, κατά τη διάρκεια της χαοτικής και μη κανονιστικής διαδικασίας της εξέγερσης, έναν αμφίσημο χαρακτήρα. Εξίσου, άλλα τα οποία ίσως να υπήρξαν κομμουνιστικά σε μια συγκεκριμένη στιγμή μπορούν πολύ εύκολα να γίνουν αντεπαναστατικά ως απάντηση στο βάθεμα συγκεκριμένων προβληματικών που αναδύονται κατ’ αναλογία προς την αποσύνθεση της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης. Αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αποκαλυφθεί η επανάσταση μέσα στην επανάσταση: με την ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ μέτρων που είναι κομμουνιστικά και εκείνων που πλέον δεν είναι.

Τα κομμουνιστικά μέτρα κι η εξέγερση δεν μπορούν να διαχωριστούν. Τα κομμουνιστικά μέτρα αντιτίθενται απολύτως σε οτιδήποτε, εντός της ταξικής πάλης, καθιστά ικανή την ενσωμάτωση του προλεταριάτου ως τάξη που ανήκει στο κεφάλαιο. Τέτοιου είδους μέτρα απομακρύνονται από τη νομιμότητα, τους θεσμούς μεσολάβησης και τις συνήθεις, αποδεκτές μορφές σύγκρουσης. Μπορείς να υπολογίζεις ότι το Κράτος θα αντιδράσει με τη βία και τη βαναυσότητα που συνηθίζει. Τα κομμουνιστικά μέτρα συνιστούν αντιπαράθεση με τις δυνάμεις καταστολής, και σε αυτή την περίπτωση πάλι η νίκη μπορεί να κερδηθεί μόνο από μια δυναμική ραγδαίας γενίκευσης.

Συνεπώς υπάρχει αναγκαστικά ένα οριακό σημείο κατά τη γενίκευση των κομμουνιστικών μέτρων, ένα γρήγορα επιτεύξιμο κρίσιμο σημείο, στο οποίο στόχος του αγώνα δεν μπορεί πλέον να είναι η βελτίωση ή η διατήρηση μιας συγκεκριμένης συνθήκης εντός του κεφαλαίου, αλλά αντίθετα γίνεται υποχρεωτική η καταστροφή της ολότητας του καπιταλιστικού κόσμου – ο οποίος καθίσταται, τη στιγμή αυτή, ρητά, ο εχθρός[16]. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, μεταξύ όλων των πραγμάτων τα οποία είναι αναγκαία για την παραγωγή του κομμουνισμού, υπάρχει αντιπαράθεση με τις Κρατικές δυνάμεις που είναι ορκισμένες στην άμυνα του παλιού κόσμου – ύστερα η ολική καταστροφή όλων των κρατικών δομών.

Κομμουνιστικά μέτρα και δραστηριότητα


Κανείς δεν οικοδομεί συνειδητά τον κομμουνισμό στην ολότητά του. Αλλά τα κομμουνιστικά μέτρα δεν υιοθετούνται ακούσια: η επιλογή της προσφυγής σε αυτά εντός ενός αγώνα απαραιτήτως περιλαμβάνει την επίγνωση ότι συνεισφέρουν στην καταστροφή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, κι ότι αυτή η καταστροφή θα γίνει ένας από τους στόχους του αγώνα. Πρόκειται για την περίπτωση, φυσικά, που δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός μεταξύ των αναγκαιοτήτων του αγώνα και της οικοδόμησης του κομμουνισμού. Ο κομμουνισμός πραγματοποιείται κατά την εκδήλωση του αγώνα, κι εντός του πλαισίου του. Αλλά η επιλογή ενός κομμουνιστικού μέτρου, θεωρημένου σε απομόνωση, δεν επιβάλλεται επειδή ο αγώνας δεν έχει αφήσει άλλη οδό προς τα εμπρός πέρα από την υιοθέτησή του: ο κομμουνισμός δεν είναι εκείνο που απομένει όταν δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο.

Ο κομμουνισμός παράγεται: αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αποτέλεσμα καθαρής θέλησης, ούτε απλή συνέπεια των περιστάσεων που καθιστούν αδύνατη οποιοδήποτε άλλη έκβαση. Κάθε κομμουνιστικό μέτρο είναι αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερης θέλησης. Αυτή η θέληση δεν χρειάζεται να έχει ως αντικείμενό τη δημιουργία του κομμουνισμού στην πιο γενική του έννοια, αλλά μόνο στην άμεση πτυχή του, τοπική και χρήσιμη για τον αγώνα. Οπότε, η καθολική υιοθέτηση της κομμουνιστικής ιδέας ως ενός είδους γενική, αφηρημένη αρχή προς πραγμάτωση δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκεκριμένη παραγωγή του κομμουνισμού. Αφετέρου, η κοινωνική δραστηριότητα παραγωγής του κομμουνισμού έχει τη δική της συνείδηση· αυτό σημαίνει ότι σε μια περίοδο κομμουνιστικοποίησης, όταν τα κομμουνιστικά μέτρα συνδέονται και διαδίδονται, το συνολικό μοτίβο αυτού που καθιερώνεται γίνεται εμφανές στον καθένα.

Υπάρχουν, φυσικά, «συνθήκες» για την παραγωγή του κομμουνισμού. Υπάρχει ένας αγώνας, ο οποίος είναι ταξικός αγώνας, που εκφράζει τόσο την κατάρρευση της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης όσο και τη δυνατότητα αναζωογόννησής της. Την ίδια στιγμή, το όραμα της δυνατότητας ξεπεράσματος της ίδιας της ταξικής σχέσης συμπεριλαμβάνεται στην άρνηση των θεμελιωδών κοινωνικών μορφών του κεφαλαίου (μια άρνηση, την οποία θέτουν αδιάκοπα σε κίνηση οι ίδιες αυτές οι μορφές). Η δραστηριότητα της παραγωγής του κομμουνισμού πρέπει μολαταύτα να κατανοήσει τον εαυτό της ως δραστηριότητα, δηλαδή ως κάτι το οποίο δεν προκαλείται μηχανικά από τις προϋποθέσεις του. Δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα εντός του αγώνα, η οποία να επιβάλλει την παραγωγή του κομμουνισμού, μην αφήνοντας άλλη επιλογή.

Αυτό που κάνει αποτελεσματικό τον κομμουνισμό είναι η δραστηριότητα. Στο επίπεδο του μεμονωμένου κομμουνιστικού μέτρου, αυτή η δραστηριότητα συναντάται αναγκαστικά ως θέληση, συνείδηση, πρότζεκτ (συλλογική θέληση, φυσικά). Αλλά η γενίκευση των κομμουνιστικών μέτρων υπερβαίνει κάθε θέληση, επειδή ακόμη κι ενώ κάθε μέτρο που λαμβάνεται μεμονωμένα αποτελεί δράση, το γενικό σύνολο των κομμουνιστικών μέτρων είναι πέρα από την εμβέλεια της θέλησης εκείνων που τα λαμβάνουν. Όσο περισσότερο εντείνεται η δραστηριότητα, και όσο περισσότερο συνίσταται στην παραγωγή ποικίλων και πολυσθενών μέτρων, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πιθανότητα αυτά τα μέτρα να εκπληρώσουν τις αναγκαιότητες της παγκόσμιας παραγωγής του κομμουνισμού.

Επιπλέον, από τη στιγμή που αυτή η δραστηριότητα αποτελεί πράγματι δραστηριότητα, αλλάζει τις συνθήκες εντός των οποίων αναπτύσσεται. Που σημαίνει: όσο περισσότερο παράγεται ο κομμουνισμός, τόσο αυξάνει τη δυνατότητα της ίδιας της παραγωγής του. Αυτό είναι το πλήρες νόημα της έννοιας της κομμουνιστικοποιητικής δυναμικής. Τα πρώτα κομμουνιστικά μέτρα που θα γενικευτούν επιδεικνύουν μέσω της ίδιας τους της γενίκευσης ότι μπορούν να αποτελέσουν μέσα αγώνα· όμως, την ίδια στιγμή, ανοίγουν πιθανά μονοπάτια προς το ξεπέρασμα της ιδιαιτερότητας και των περιορισμών του ίδιου του αγώνα. Μέτρα τα οποία αναλαμβάνουν το μοίρασμα των πόρων που κατασχέθηκαν από τον εχθρό ανοίγουν τον δρόμο για μέτρα τα οποία αναλαμβάνουν την ικανοποίηση των αναγκών με κομμουνιστικά μέσα[17]. Μέτρα που περιλαμβάνουν την τοπική συνεργασία ανοίγουν τον δρόμο προς τη συνεργασία σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Αυτό υποδεικνύει τη σπουδαία στρατηγική σημασία των πρώτων κομμουνιστικών μέτρων[18]. Αν επιτύχουν στην παροχή μια επαρκούς και έγκαιρης απάντησης στα προβλήματα που εγείρονται σε έναν συγκεκριμένο αγώνα, κι αν για αυτό τον λόγο είναι ικανά να γενικευτούν, τότε μπορεί να απελευθερωθεί μια δυναμική η οποία καθιστά την επέκτασή τους κινητήρα για την ακόμη μεγαλύτερη επέκτασή τους. Ο ρόλος της κομμουνιστικής θεωρίας, η οποία αφοσιώνεται όχι στο να νομοθετήσει αυτό που πρέπει να γίνει αλλά στο να κατορθώσει να προσδιορίσει αυτό που έγινε (δηλαδή, τη ληψη κομμουνιστικών μέτρων) είναι επομένως σημαντική.

Το μεγάλο λάθος θα ήταν να φανταστούμε κάποιον τρόπο αγώνα ως «κομμουνιστικό μέτρο». Τα κομμουνιστικά μέτρα αδιαμφισβήτητα προϋποθέτουν ένα βάθος και μια επέκταση της ταξικής πάλης πέρα από τη συνηθισμένη έκταση που επιτυγχάνεται από τη συνήθη πορεία των αγώνων. Τα κομμουνιστικά μέτρα επομένως παίρνουν τη σημασία τους μόνο εντός του πλαισίου μιας κομμουνιστικοποιητικής δυναμικής, η οποία ραγδαία τους ωθεί πέρα από τις συνεσταλμένες αφετηρίες τους.

Εξ ορισμού, είναι αδύνατο να κατασκευαστεί ένα μοντέλο για τα κομμουνιστικά μέτρα. Αλλά, μολαταύτα, μπορούν να προσφερθούν μερικές υποθέσεις, υπό τον όρο ότι κατανοείται σωστά η λειτουργία τους. Το ζήτημα δεν είναι να πραγματώσουμε μια προφητεία, αλλά να αποσαφηνίσουμε την τρέχουσα θεωρητική κατανόησή μας του κομμουνισμού. Οι υποθέσεις που αφορούν τα κομμουνιστικά μέτρα προέρχονται άμεσα από τον τρόπο, με τον οποίο η σημερινή εποχή μας καθιστά ικανούς να αντιληφθούμε τον κομμουνισμό. Όλες οι αντιλήψεις αυτούς του είδους είναι, όπως κι εποχή που τις γέννησε, εξεχόντως θνητή και προορισμένη να ξεπεραστεί.

Οπότε, πιθανώς κομμουνιστικά είναι τα μέτρα εκείνα που λαμβάνονται, εδώ ή εκεί, με σκοπό να κατασχεθούν μέσα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ικανοποιηθούν οι άμεσες ανάγκες ενός αγώνα. Πιθανώς κομμουνιστικά είναι επίσης τα μέτρα εκείνα τα οποία μετέχουν στην εξέγερση χωρίς να αναπαράγουν τις μορφές, τα σχήματα του εχθρού. Πιθανώς κομμουνιστικά είναι τα μέτρα εκείνα τα οποία στοχεύουν στην αποφυγή της αναπαραγωγής εντός του αγώνα των διαιρέσεων εντός του προλεταριάτου, οι οποίες προκύπτουν από την τρέχουσα εξατομίκευσή του. Πιθανώς κομμουνιστικά είναι τα εκείνα μέτρα τα οποία προσπαθούν να εξαλείψουν την έμφυλη και φυλετική κυριαρχία. Πιθανώς κομμουνιστικά είναι τα μέτρα εκείνα τα οποία στοχεύουν στον συντονισμό χωρίς ιεραρχίες. Πιθανώς κομμουνιστικά είναι τα μέτρα εκείνα τα οποία τείνουν να αφαιρέσουν από πάνω τους, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, κάθε ιδεολογία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εκ νέου καθιέρωση των τάξεων. Πιθανώς κομμουνιστικά είναι τα μέτρα εκείνα τα οποία εξαλείφουν όλες τις τάσεις προς την αναδημιουργία των κοινοτήτων οι οποίες αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως ξένη ή εχθρική.

Σημειώσεις:

1. Η ικανότητα να σκεφτούμε έναν κομμουνιστικό ορίζοντα είναι ένα από τα πράγματα που διακυβεύονται εντός των ίδιων των αγώνων. Για να πειστούμε επ’ αυτού θα αρκούσε να επανεξετάσουμε την ιστορία των τελευταίων τριάντα ετών, μια περίοδο κατά την οποία το ζήτημα του κομμουνισμού εξαφανίστηκε μια χαρά χωρίς να αφήσει ίχνη. Αυτή η εξάλειψη δεν ήταν σύμπτωση· ήταν η άμεση συνέπεια μιας ήττας, της εξαφάνισης της αμφισβήτησης που έλαβε χώρα τις δεκαετίες του 1960 και 1970.

2. Τελευταία, έχει υπάρξει μια αντιπαράθεση πάνω στο ζήτημα της καινοτομίας ή μη της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης, κατά την οποία κάποιοι εστιάζουν στο γεγονός ότι αυτό που επιβεβαιώνεται σε εκείνη τη θεωρία μπορεί ήδη να βρεθεί εδώ κι εκεί σε προηγούμενες περιόδους. Αλλά το ζήτημα της καινοτομίας δεν μπορεί να τεθεί για κάθε ισχυρισμό ξεχωριστά, αλλά μόνο για τον τρόπο με τον οποία αυτά τα στοιχεία, ενδεχομένως ήδη θεωρημένα ή εκφρασμένα κάποια στιγμή στο παρελθόν, συσχετίζονται μεταξύ τους και συνδέονται με τη σύγχρονη εποχή.

3. «Δυναμικά» σημαίνει ότι η επιβίωση λίγων υπολειπόμενων ιχνών, μη πλήρως εξαφανισμένων ακόμα, του παλιού εργατικού κινήματος δεν αποτελεί σοβαρή ένσταση στην παρούσα θέση.

4. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε «What Is Communisation?», SIC 1, του οποίου κειμένου το παρόν αποτελεί συνέχεια.

5. Η συζήτηση σε αυτό το κείμενο συχνά θα περιστραφεί γύρω από «αγώνες». Αυτός ο πληθυντικός, ο οποίος έχει μια ορισμένη εγκυρότητα στις μέρες μας, είναι ένα από τα πράγματα που δείχνουν το τέλος της περιόδου επιβεβαίωσης του προλεταριάτου. Οι αγώνες αποτελούν τόσες πολλές διαφορετικές πτυχές της ταξικής παλής, την οποία σήμερα είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε στην πλήρη της ετερογένεια.

6. Δεν θα μπούμε στην αντιπαράθεση σχετικά με το εάν ο κομμουνισμός θα μπορούσε ή όχι μια μέρα να περιγραφεί ως (ακόμη και μόνο σχετικά) «ολοκληρωμένος» ή αν δεν θα υπάρξει ποτέ τίποτα άλλο πέρα από τη διαδικασία παραγωγής του – για τον απλό λόγο ότι το σημαντικό βρίσκεται αλλού. Αφενός, είναι αναπόφευκτο για εμάς να συλλάβουμε τον κομμουνισμό ως ένα στάδιο που θα επιτευχθεί, όταν η καταστροφή των τωρινών κοινωνικών σχέσεων θα είναι οριστική· αν δεν τον συλλάβουμε έτσι, μετά βίας θα έχουμε κάποιον τρόπο να τον διαφοροποιήσουμε από μια υπαρξιακή επιλογή εντός του καπιταλισμού. Αφετέρου, όμως, από τη θέση στην οποία βρισκόμαστε, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό με οποιοδήποτε άλλο τρόπο πέρα από τον κομμουνισμό ως διαδικασία. Αναμφίβολα, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ της περιόδου παραγωγής του κομμουνισμού κατά τον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και της περιόδου στην οποία ο καπιταλισμός έχει καταστραφεί· αλλά δεν έχουμε θεωρητικά εργαλεία για να περιγράψουμε τη δεύτερη περίοδο πέρα από ασαφείς αφαιρέσεις.

7. Από όπου προκύπτει η κριτική του εναλλακτισμού εν γένει. Βλέπε «Reflections Concerning the Call», Meeting 2. Μπορεί να βρεθεί και στο Benjamin Noys, Communization and its Discontents, εκδόσεις Minor Compositions, Wivenhoe/New York/Port Watson.

8. Αντί της έκφρασης «κομμουνιστικό μέτρο», μπορεί εξίσου καλά να χρησιμοποιηθεί η έκφραση «κομμουνιστική πρωτοβουλία».

9. Δεν υπάρχει τρόπος να καθορίσουμε εκ των προτέρων τον τρόπο με τον οποίο παίρνονται τα κομμουνιστικά μέτρα. Είναι αναφερόμενος στο περιεχόμενό του ως κομμουνιστικό που είναι δυνατό να βεβαιωθεί κανείς ότι το μέτρο δεν αποτελεί ενδεχόμενο τρόπο εκ νέου καθιέρωσης μιας κυριαρχίας, μιας ιεραρχίας ή μιας εξουσίας – και όχι εφαρμόζοντας κάποιον δημοκρατικό ή άλλου είδους φορμαλισμό στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ούτε είναι η σχέση του μέτρου με την «αυτοοργάνωση». Η αυτοοργάνωση είναι βέβαια, την τρέχουσα περίοδο, αναγκαία για την ύπαρξη των αγώνων όταν αυτοί τολμούν να κινηθούν πέρα από τις στριμωγμένες περιστάσεις και τις μορφές των νομιμοποιημένων και συνδικαλισμένων αγώνων. Αλλά το κομμουνιστικό μέτρο συνιστά ρήξη με την αυτοοργάνωση, μιας και ένα τέτοιο μέτρο εμπεριέχει το ξεπέρασμα των μερικών αγώνων οι οποίοι χρειάζεται να οργανωθούν γύρω από τον συγκεκριμένο στόχο τους.

10. Η γενίκευση των κομμουνιστικών μέτρων αντιστοιχεί καταρχήν στη γενίκευση των αγώνων εντός των οποίων γεννήθηκαν και χωρίς τους οποίους δεν μπορούν να επιβιώσουν.

11. Μια τέτοια δυνητικότητα εκφράζεται τόσο ως ο πολλαπλασιασμός των υλικών δυνατοτήτων (με την καταστροφή του Κράτους και την κατάσχεση των δυνάμεων του κεφαλαίου) όσο και στη σφαίρα των αναπαραστάσεων και του φαντασιακού – τα οποία στην πράξη είναι όλα αδιαίρετα.

12. Βλέπε το editorial στο SIC 1.

13. Βλέπε Peter Åström, «Crisis and Communisation», SIC 1. Στην παραγωγή του πρώτου τεύχους του SIC έλαβε χώρα μια διαμάχη σχετικά με το εάν το άρθρο του Åström υιοθετούσε ή όχι πρότυπα τα οποία παραήταν ντετερμινιστικά. Ίχνη αυτής της διαμάχης μπορούν να βρεθούν στις σελίδες 38 και 39 του περιοδικού.

14. Αυτή η λειτουργία δεν προσιδιάζει στην περίοδο της κομμουνιστικοποίησης. Όλες οι διαδεδομένες μορφές κοινωνικής δραστηριότητας, δηλαδή όλες εκείνες που διατρέχουν το κοινωνικό σώμα, δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο – σε αντίθεση με τη συγκεντρωτική και ενοποιητική δραστηριότητα των ιεραρχικών ή Κρατικών δομών. Οι πρακτικές των σύγχρονων αγώνων μπορούν ήδη με αυτό τον τρόπο να επεκταθούν και να γενικευτούν, στο εύρος που τους αρμόζει.

15. Για μια άβολη και βασανισμένη παρουσίαση αυτών των αντιφάσεων στην πλευρά της επανάστασης, βλέπε τα άρθρα του Bernard Lyon (Meeting και SIC 1).

16. Όπως είδαμε στην αρχή του παρόντος άρθρου, η ταξική πάλη είναι αμφίσημη. Αποτελεί ταυτόχρονα πάλη εντός του καπιταλισμού και πάλη που αναγγέλλει την καταστροφή του, πάλη για την υπεράσπιση μιας συγκεκριμένης θέσης εντός του καπιταλισμού και πάλη ενάντια σε αυτή τη συνθήκη. Το προλεταριάτο, στον αγώνα του, ταλαντεύεται μεταξύ της ενσωμάτωσης και της αποενσωμάτωσής του. Τα κομμουνιστικά μέτρα συμβάλλουν στη ρήξη με αυτή την αμφιθυμία, και φτιάχνουν από τον αγώνα του προλεταριάτου έναν αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο ως σύστημα· έναν αγώνα στην πορεία του οποίου το προλεταριάτο λίγο-λίγο αυτοδιαλύεται. Αλλά είναι μόνο όταν η κομμουνιστικοποιήση έχει ήδη γίνει κάπως εμφανής που αυτή η διάλυση μπορεί να γίνει προφανής. Δεν είναι δυνατό να μιλάμε πραγματικά για αντικαπιταλιστική ή επαναστατική πάλη εκτός από τη στιγμή που ο κομμουνισμός ξεκινά να παράγεται θετικά.

17. Χρειάζεται να μετασχηματιστούν από τον εν εξελίξει αγώνα.

18. Το «στρατηγική» δεν πρέπει να εννοηθεί σαν να υπάρχει μια στρατηγική επέκτασης και γενίκευσης των κομμουνιστικών μέτρων· μια τέτοια στρατηγική δεν θα μπορούσε να υπάρξει. «Στρατηγική» σημαίνει εδώ ότι τα πρώτα μέτρα πρέπει να είναι κατά το δυνατόν αντίστοιχα της δεδομένης κατάστασης, ενώ την ίδια στιγμή να αποτελούν συγκεκριμένο παράδειγμα χρήσης του κομμουνισμού ως μέσο αγώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...